Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016
To Παζλ
Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015
Στον Ν.....
Κανει Τοση Μοναξια Εδω Μεσα... Μεσα Μου... Γυρω Μου... Πως Γινεται Να Ποναει Τοσο Το Να Χανεις Κατι Που Δεν Ειχες Ποτε. Κατι Που Βρηκες Μονο Σαν Ονειρο... Ενα Βραδυ... Το Πρωτο Και Το Τελευταιο Σου.
Και Κοιμαμαι... Ξυπναω... Και Απορω Αν Υπηρξες. Αν Το Εζησα Η Απλα Ηταν Ονειρο.
Και Η Γευση Απο Το Φιλι Σου? Εχουν Γευση Τα Ονειρα?
Και Τα Χερια Σου? Αγκαλιαζουν Τα Ονειρα? Αγγιζουν Τα Ονειρα?
Και Η Φωνη Σου? Μιλανε Τα Ονειρα?
Και Η Υποσχεση Να Μην Με Αφησεις Να Ξυπνησω... Υποσχονται Τα Ονειρα?
Ας Κοιμηθω Ξανα. Μπορει Τα Ονειρα Να Εχουν Και Μυρωδια Και Γευση Και Αφη Και Φωνη Και Υποσχεσεις
Μπορει.
Θα Σου Πω Οταν Ξυπνησω Παλι.... Οταν Ξυπνησω Και Δεν Θα Εισαι Πουθενα. Οταν Θα Ξυπνησω Κι Εσυ Θα Παραμενεις Ονειρο!
Καληνυχτα Ονειρο Μου. Εχουμε Ραντεβου Αποψε.
Ονειρου Και Μοναξιας Γωνια...
Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013
Αναμνηση
Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013
Λυτρωση
Ο Χρονος Που Περναει Αμειλικτος,
Δεν Ξεχναει,
Δεν Συγχωρει.
Και Τις Ωρες Εκεινες Τις Περιεργες Που Η Σιωπη Σε Ξεκουφαινει
Η Μοναξια Γινεται Λιμνη Και Βουλιαζεις...
Πνιγεσαι...
Χανεσαι...
Και Λιγο Πριν Σβησεις Για Παντα
Τα Θυμασαι Ολα Τοσο Καθαρα
Που Οι Αναμνησεις Περνανε Σαν Ξυραφια
Και Σου Σκιζουν Το Μυαλο Και Την Ψυχη.
Και Το Τελος Φανταζει Λυτρωτικο.
Αφηνεσαι Ελευθερος Και Χαμογελας Ειρωνικα Στον Χρονο
Που Οσο Και Να Κυλαει.... Δεν Θα Σε Ξαναγγιξει
ΠΟΤΕ ΠΙΑ!!!!!!
Σάββατο 26 Μαΐου 2012
Ακου Με...
Δυνατη Σαν Κραυγη...
Και Εσπασε Σε Κομματια Το Ονειρο.
Εμεινα Να Ψελιζω Το Ονομα Σου...
Παρηγοριας Λεξη Εγινε...
Ελπιδα Που Παλευει Να Παραμεινει Ζωντανη
Μα Ειναι Πιο Δυνατη Η Απογνωση
Μελλον Χωρις Αυριο.
Στασιμο... Σταθερο... Ακινητο Στο Περασμα Του Χρονου,
Το Δακρυ Που Δυναμη Να Βγει Δεν Εχει.
Στεγνωσε Εκει Στην Γωνια Των Ματιων.
Και Χαθηκε...
Μα Δεν Ξεχαστηκε Ποτε...
Τρίτη 15 Μαΐου 2012
Σε Ποιον Θεο!
Ποιον Θεο... Ποιον Δαιμονα Να Παρακαλεσω...
Να Γυρισει Πισω Τον Χρονο...
Να Παγωσει Τις Στιγμες...
Να Αλλαξει Τα Περασμενα
Και Να Βρεθω Ξανα Εστω Ενα Λεπτο
Στο Σημειο Μηδεν.
Εκει Που Ξεκινησε Το Ονειρο.
Εκει Που Ειδα Για Πρωτη Φορα Τον Αγγελο Μου
[Τον Διαβολο Μου]
Την Ζωη Μου [Τον Θανατο Μου]
Σπονδες Σε Ποιον Θεο... Σε Ποιον Δαιμονα Να Κανω?
Ροδα Η Αιμα Να Του Ταξω...
Ολης Της Γης Τα Ροδα Στα Ποδια Του Θ'Αφησω...
Μα Αν Ζητησει Αιμα...
Μακαρι Να Φτανει Μονο Το Δικο Μου...
Σταγονα Μεσα Μου Ας Μην Αφησει...
Φτανει Να Βρεθω Ξανα Εστω Ενα Λεπτο...
Στο Σημειο Μηδεν........
Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

εμεινα με ρημαγμενες θολές αναμνήσεις
Έναν ψίθυρο θυμάμαι, σαν σκόρπια λόγια της στιγμής
που έσβησαν πριν προλαβω να τα ακουσω.
Κι όμως οι πληγές στην ψυχή μου, φωνάζουν
"ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ"
"ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ"
"ΕΙΣΑΣΤΑΝ ΕΚΕΙ"
Υπήρξαμε, ζήσαμε μικρές λειψές στιγμές
σαν ταινία που τελείωσε χωρίς να έχει αρχίσει
Κι εμεινα εδω... Ξορκιζοντας την νυχτα.
Που κρυβει στο σκοταδι της τα πραγματικα,
και φανερωνει τα αλλα...
τα κρυφα, τα μυστικά, τα μύχια.
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011
Παραπονο
Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011
Το Ωραιοτερο Ονειρο

Το ωραιότερο όνειρό σου,
εκείνο που εκπλήρωνε τις πιο βαθιές σου επιθυμίες,
εκείνο που σε έκανε να χαμογελάς στον ύπνο σου
Αυτό επέλεξε να σκοτώσεις,
για την πικρή γεύση που σου άφηνε κάθε πρωί στο στόμα
μαζί με ένα δάκρυ στο μαξιλάρι σου.
Δεν μπόρεσες πότε να συνηθίσεις
την μοναξιά που γεννιόταν
κάθε φόρα που άνοιγες τα μάτια σου.
Ούτε τον Λυγμό που προσπαθούσες κάθε φορά να πνίξεις
μόλις το φως του ήλιου σε ξυπνούσε,
διαλύοντας την ονειρική ευτυχία
που όλο σου το είναι αποζητούσε
Τον πόνο ήθελες να σκοτώσεις που σου προκαλούσε η ανάμνησή του…
Την πραγματικότητα που δεν άντεχες μακρυά από το αγαπημένο σου όνειρο,
ήθελες να σκοτώσεις.
Τώρα βασιλεύει το σκοτάδι,
δεν πονάς,
δεν νιώθεις,
δεν λυπάσαι,
δεν ελπίζεις
Ένα τελευταίο χαμόγελο απομένει παγωμένο στα χείλη σου,
κανένα όνειρο,
κανένα συναίσθημα,
καμία ανάμνηση
Μόνο σκοτάδι και σιωπή..
Κυριακή 7 Αυγούστου 2011
Εγκαταληψη

αντανακλαση θλιψης και χαμενης χαρας.
Αναμνησεις παλευουν με συννεφα μοναξιας.
Και καρδια σε υπογειο υγρο κελι
φυλακισμενη στον πονο του χθες.
Γυριζουν μεσα σου, σαν τρελες, σκεψεις που δεν θες.
Τυφλωμενος απο αυταπατες του μυαλου
σε ραγες σπασμενες τρεχεις την ακρη να βρεις,
μοιαζει να ειναι πια αργα για να σωθεις,
και παρουσια απουσιας σου τσακιζει τα φτερα!
Θυμασαι λεξεις... Λογια τρυφερα...
Μα εισαι μονος....
Εσυ και ο Χρονος.....
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Ματωμενα Χερια

Εκεινες που εθαψες καποτε κατω απο τα πετρινα σοκακια της ληθης
Μια τυχαια εικονα, μια τυχαια σκηνη τις ξυπνησε
Και παλι απο την αρχη θα πρεπει να σκαψεις και να τις θαψεις ακομα πιο βαθια
Τοσο που τιποτα και κανεις να μην μπορεσει ξανα να τις ανασυρει
Σκαβεις με τα γυμνα σου χερια με μανια
Μυριες εκδορες σταζουν αιμα και δινουν χρωμα αποκοσμο στον λακκο που ανοιγεις
Αλλα εξακολουθεις να σκαβεις
Αγνοεις τον πονο και σκαβεις σχεδον με ψυχαναγκαστική μανια
Και οταν θεωρησεις οτι το βαθος ειναι αρκετο
Θα τις αποθεσεις ξανα με ευλαβια,σχεδον σαδιστικη, προσεκτικα.
Και κλεινεις τον ματωμενο λακκο
Ομορφοστρωνεις απο πανω το χωμα
Χαμογελας με ικανοποιηση
Το μονο που απομενει τωρα ειναι να κλεισουν οι πληγες
Οσο τις βλεπεις θυμασαι
Οσο θυμασαι πονας
Μα αυτες δεν λενε να κλεισουν, σε καθε σου κινηση ανοιγουν ξανα
Το παραμικρο να κινηθεις ανοιγουν, αλλα δεν μπορεις να μεινεις σε ακινησια
Και βλεπεις το αιμα και θυμασαι, θυμασαι και πονας
Αδικα πασχισες λοιπον?
Περιμενεις, κανεις υπομονη, υπομονη....υπομονη...
Ποση υπομονη? Ποσο φορο αιματος πρεπει να πληρωσεις για να ξεχασεις?
Και περιμενεις....
Περιμενεις...
Περιμενεις.....
Μεχρι να μην μεινει μεσα σου ουτε σταγονα αιματος
Μεχρι ο ΘΑΝΑΤΟΣ να φερει την
ΛΥΤΡΩΣΗ
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011
Κυκλος Θανατου

Χορεύοντας σε κύκλο θανάτου
Σέρνοντας τα βήματα αργά
Περιμένεις το τέλος
Και οι ευχές σου τελείωσαν
Είχες ζητήσει σαν τελευταίο δώρο
Ένα φιλί από μαραμένο λουλούδι
Να του κλέψεις εσύ την τελευταία ανάσα
Τώρα όμως που κάποιος περιμένει να κλέψει την δική σου
Δεν έχεις ποιον να σε σώσει!
Κανείς δεν σκέφτηκε να σπαταλήσει την τελευταία του ευχή για σένα.
Μπορείς να κλάψεις, να φωνάξεις όσο αντέχουν τα πνευμόνια σου
Το τέλος όμως δεν θα το αλλάξεις!
Και τα όνειρα? Τόσα όνειρα που θα καταλήξουν?
Μπορεί να γίνουν αστερία, μπορεί να γίνουν λουλούδια, μπορεί να γίνουν πέτρες στον βυθό της λήθης .
Και οι εφιάλτες? Ποιον ύπνο θα πάνε να στοιχειώσουν?
Ξέρω, δεν σε νοιάζει πια. Μόνο αυτό που έρχεται σε νοιάζει και σε τρομάζει….
Οι σκιες πυκνωνουν γύρω σου. Υψωνονται απειλητικες. Και ο φοβος, σου στεγνωσε το στόμα. Και η ψυχη σου μπαινει σιγά-σιγά στον κύκλο του χορου ακολουθωντας την μοίρα που την φωνάζει τάζοντάς της μια καλύτερη αρχη μετα το τέλος!
Το σωμα τρεμει. Τα μάτια θολωνουν και η φωνή πια δεν βγαινει…
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010
Το Θυμα

Ένα άγνωστο χέρι απο το πουθενά σου έδειξε ενα μακρύ μονοπάτι, κι εσύ πάνω στον πανικό σου να ξεφύγεις στο ακουλούθησες και ουτε μια στιγμη δεν γύρισες να κοιτάξεις ποίος ήταν αυτός πίσω απο εκείνο το χέρι που σε έστελνε στο άγνωστο.
Τρέχεις μόνος μεχρι οι δυνάμεις σου να σε εγκαταλείψουν. Πια δεν ξερεις σε τι μπορείς να ελπίζεις. Μονο τρέχεις με το μυαλό σου άδειο από σκέψεις. Κοιτάζεις χωρις να βλέπεις γύρω σου. Αν έβλεπες μπορεί να είχες γλιτώσει.
Ένιωσες να πεφτεις σε μια βαθιά τρύπα. Ούρλιαξες από τον πόνο και δίπλα σου κάποιος τσίριξε κι έκεινος απο τρομάρα.
Παγιδευμενος κι αυτος μεσα στο σκοταδι εφτασε σ'αυτην την τρυπα με τον ιδιο τροπο. Το μόνο που γνωρίζει, το μόνο που κατάφερε να μάθει απο το προηγούμενο θυμα ειναι οτι ο θηρευτής σας τρέφεται με την απελπισια και οταν πια ο θανατος ειναι τοσο κοντα και το τελος δίνει την ελπίδα της λύτρωσης, τοτε ψαχνει για καινουριο θύμα.
Οι τελευταίες του λέξεις βγαίνουν απο το στομα του αργά, ξέπνοα, ισα-ισα που καταφερνεις να τις ακουσεις, και θα σε στοιχιωνουν μεχρι να γινει ο θάνατός σου ελπιδα. Μεχρι να τελειώσει ο χρονος σου και να ερθει το επομενο
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
Invisible Watcher
Μια ιστορία που εγραψε ο πολυ καλος μου φιλος Deathless One
While the moon was playing hide and seek with the clouds, avoiding the sun's remaining rays of light before he fades below the horizon, while I was in the midst of the twilight hour, I saw her.
She... "she couldn't be real" were my first thoughts, but while she drew nearer I couldn't doubt her existence. Her body figure was devine, her face characteristics compared only to elven ones from fairy tales, from her chin to her lips, from her nose to her cheakbones, all were uniquely perfect.
Her raven-black hair seem so silky and smooth that you would be calling god's wrath upon you if you dared touching them. But when my eyes met hers I felt my long lost heart beating again, a single tear I shed while staring back at those crystal blue eyes and I felt with it droping all the tears I hadn't shed while I could.
A slight breeze came and gently moved her hair, shuffled her skirt, oh I was so envious of that breeze. I smiled bitterly when I saw her graping tight the sides of her coat to close it and warm herself.
Then the moment passed, it passed like she passed through me to continue to wherever she was going. Like the rest of them all, she was another living breathing being who past over my place, the place that I died 26 years 3 months and 4 days ago on the middle of this road. I haven't found my "reason" neither my "salvation" yet, there was no light at the end of my tunnel, no guardian angel to guide me.
I am stuck here with no one to see or hear me, alone.
Is this hell?
Μια ιστορία που εγραψε ο πολυ καλος μου φιλος Deathless One
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
Νυχτερινή Αταξία
Όνειρα στροβιλίζονται με αστέρια που το έσκασαν από το κρεβάτι τ’ ουρανού ξεγελώντας τον φύλακα της νύχτας, οταν για μια και μόνο στιγμη το φεγγάρι κρυφτηκε πισω απο ένα περαστικό σύννεφο
Βούτηξαν στα όνειρα ανάμεσα σε σκιές και ξεχασμένες αναμνήσεις. Χάθηκαν στους διαδρόμους της λήθης. Σε πέτρινα σοκάκια του μυαλού που παλεύουν να μην ξεχάσουν και να μην ξεχαστούν. Να μην χάσουν και το τελευταίο ψήγμα μνήμης που τους χάριζε μικρές αναπνοές ζωής.
Υδάτινα κανάλια δακρύων τρέχουν ορμητικά. Αναμνήσεις πονεμένες καθρεφτίζουν, θλίψη και παλιές ανοιχτές πληγές. Και στο τέρμα τους, σπηλιές βαθιές με σκέψεις ζοφερές. Σκέψεις μίσους και εκδίκησης, θαμμένες εκεί που καμιά άλλη σκέψη δεν τολμάει να φτάσει, ουρλιάζουν από τα βάθη.
Τρόμαξαν το μικρότερο αστέρι που γεμάτο πανικό γύρισε γοργά και με αναφιλητά ξύπνησε τον φύλακα της νύχτας, και με κομμένη ανάσα από φόβο και κλάματα μαρτύρησε την νυχτερινή τους αταξία
Ξεκίνησαν μαζί να μαζέψουν τα άτακτα αστέρια και λίγο πριν το ξημέρωμα βρισκόντουσαν όλα πάλι πίσω στο κρεβάτι τ’ ουρανού.
Μερικά ακόμα τρομαγμένα, άλλα μελαγχολικά, και τα πιο τολμηρά από αυτά έδωσαν κρυφά ραντεβού την επόμενη νύχτα να το ξανασκάσουν για νέες εξερευνήσεις
Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010
Μοναξια

Με κοίταξες κάποια στιγμή… αλλά δεν με είδες!!!
Πέρασε η ματιά σου από μέσα μου σαν να ήμουν φάντασμα… αόρατη
Κι όμως την ένιωσα σαν καυτό βέλος που με διαπέρασε!
Γύρισα αλλού το βλέμμα. Οι σκέψεις που με κύκλωσαν γιγάντωσαν τον πόνο.
Και σιώπησα. Μια σιωπή που ήθελε να πει πολλά.
Πιο πολλά από όσα τολμούσα να σκεφτώ. Πιο πολλά από όσα ήθελα να σκεφτώ…
Και τώρα μόνο τον ήχο από το σκοτάδι μπορώ να ακούσω χωρίς να δακρύσω
Και η μοναξια σταζει μεσα μου αργα, σταγονα-σταγονα σαν βασανιστηριο.
Και ο υπνος θα ερθει βαρυς. Με αχρωμα ονειρα.
Ονειρα που στο φως της μερας θα με πονεσουν πιο πολύ από την πραγματικοτητα.
Γιατι οι προβολες των θελω μου, θα παραμεινουν ονειρα για παντα.
Με μια σκαρτη ελπιδα, που ποτε δεν υπηρξε πραγματικα…
Και μετα????
Κενο και ονειρα… Ονειρα και κενο…
Και μετα τι?
Για ποσο?
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009
Η Ευτυχισμένη πόλη
Σάββατο 25 Ιουλίου 2009
Μια Σκιά διηγείται πως έφτασε στο Δάσος Της Νεκρής Ελπίδας

Η Σκιά κούρνιασε στην ρίζα του δέντρου. Χάιδεψε τον μισοξεραμένο κορμό του και από μέσα της ευχόταν να μην χαθεί και η άλλη Σκιά και να καταφέρει να βρει νερό.
-Πως σε λένε?? Ρώτησε με ένα ξέποο ψιθύρισμα το Δέντρο.
Η σκιά ξαφνιάστηκε. Όνομα? Τι όνομα? Έχω όνομα? Αναρωτήθηκε σιωπηλά. Έκανε να απαντήσει αλλά κόμπιασε.
-Δεν θυμάσαι το όνομα σου? Ξαναρώτησε.
-Δεν έχω όνομα. Απάντησε μετά από αρκετές στιγμές σιωπής. Είμαι Σκιά. Δεν έχω όνομα είπε μιλώντας φωναχτά πιο πολύ για να το ακούσει η ιδία μήπως και κατάφερνε να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Μια σκιά χωρίς όνομα, χωρίς αναμνήσεις, χωρίς παρελθόν, και το μόνο σίγουρο από ότι φαινόταν χωρίς μέλλον.
-Αυτό είναι τελικά ο θάνατος? Ρώτησε πάλι δυνατά τον εαυτό της. Το Δέντρο ανατρίχιασε στο άκουσμα της λέξης αλλά δεν μίλησε. Φοβόταν κι εκείνο το τέλος που του επιφυλλασε η μοίρα του.
-Πως βρέθηκες εδω? Ξαναμίλησε τελικά μην αντέχοντας άλλο την σιωπή και το εφιαλτικό κλάμα που ένας θεός μόνο ήξερε από πόσο μακριά η κοντά έφερνε ο αέρας. Μίλησε μου σε παρακαλώ. Το κλάμα αυτό με τρελαίνει και με γεμίζει φόβο. Πες μου την ιστορία σου. Όσο θλιβερή και να είναι, την προτιμώ από την σιωπή. Πως έφτασες εδώ?
-Δεν θυμάμαι πολλά. Ένα άσπρο κτίριο γεμάτο δωμάτια σαν τεράστια κουτιά και στην πρόσοψη είχαν τεράστιες τζαμαρίες.
-Σαν εμπορικό κέντρο.
-Σαν τι? Ξαφνιάστηκε η Σκιά
-Εμπορικό κέντρο άκουσα κάποτε να μιλάνε γι αυτό. Συνέχισε.
-Σκάλες. Σκάλες παντού ένωναν τους ορόφους. Σαν να μην είχαν αρχή και τέλος. Μην ξέροντας τι άλλο να κάνω άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά. Τίποτα Σκάλες και δωμάτια-κουτιά. Άρχισα να τρέχω, λες και αν έτρεχα θα έφτανα πιο γρήγορα στο τέλος τους. Έτρεξα μέχρι που μου κόπηκε η ανάσα. Και τότε μόνο πρόσεξα ότι δωμάτια κουτιά δεν υπήρχαν πουθενά. Μόνο μια τεράστια σκάλα. Ξέρεις εκείνες που είναι γυριστές και σε ζαλίζουν. Από την μια μεριά τοίχος και από την άκρη των σκαλιών έναν ατελείωτο κενό. Πλησίασα αργά στην άκρη του σκαλιού και κοίταξα κάτω. Όσο έπιανε το μάτι λευκά σκαλιά και κενό. Ζαλίστηκα και παραπάτησα. Ίσα που πρόλαβα να πιαστώ από την άκρη. Αλλά δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω. Γλιστρούσαν τα χέρια μου λες και οι Σκάλες ήταν αλοιμενες με λάδι. Άρχισα να καλώ σε βοήθεια μπας και με ακούσει κανείς αλλά μάταια. Η μόνη απάντηση ήταν από την ηχώ μου. Το είχα αποφασίσει. Η θα έκανα την τελευταία μου προσπάθεια να ανεβώ πάλι πάνω η θα άφηνα τελείως το σκαλί και θα έπεφτα στο κενό. Και τελικά τα κατάφερα. Μαζεύτηκα με την πλάτη στον τοίχο αλλά τώρα όλα τα σκαλιά Γλιστρούσαν υπερβολικά και έκαναν το ανέβασμα σχεδόν ακατόρθωτο. Με την πλάτη στον τοίχο άρχισα να προσπαθώ να ανεβώ πάνω. Όμως πάντα γλιστρούσα παραπίσω. Εξαντλήθηκα από κούραση και φόβο μέχρι που σήκωσα τα μάτια να δω αν φτάνω σε καμιά άκρη. Κι όμως σχεδόν είχα φτάσει να βλέπω τα πρώτα δωμάτια-κουτιά. Μερικά σκαλιά με χώριζαν ακόμα. Δεν ξέρεις τι ανακούφιση ένιωσα. Υπέθετα ότι βρισκόμουν στο ισόγειο και αφού ήμουν εκεί τότε θα έπρεπε να υπάρχει και κάποια πόρτα. Άρχισα να ψάχνω κάποια πιθανή έξοδο. Ακόμα και για χαλάσματα στους τοίχους έψαχνα. Τίποτα. Δεν ξέρω πόσες ώρες γύριζα γύρω γύρω. Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι πίσω από μια τζαμαρία δεν είχε τοίχο. Νόμιζα με γελούσαν τα μάτια μου. Τόσο είχα ζαλιστεί βλέποντας πίσω από τις τζαμαρίες. Κι όμως το πίσω μέρος του δωματίου ήταν ανοιχτό. Έσπασα το τζάμι και βρήκα έξω. Επιτέλους φρέσκος αέρας, αλλά και ερημιά παντού. Μουντός καιρός και δυνατός αέρας. Τότε άκουσα και τον απόηχο του θρήνου και ψάχνοντας χάθηκα εδώ. -Τουλάχιστον είχες επιλογές.
-Επιλογές?
-Ναι! Η να χαθείς εκεί μέσα ή να προσπαθήσεις να βγεις έξω. Εγώ εδώ φύτρωσα, εδώ μεγάλωσα, και εδώ θα πεθάνω.
-Δεν θα πεθάνεις Δέντρο. Θα βρεθεί νερό. Ξημερώνει τώρα. Ξεκουράσου. Κράτα δυνάμεις.
-Βολέψου πάνω μου Σκιά. Θα σε προσέχω.
-Καλημέρα Δέντρο.
-Κοιμήσου ήρεμα. Ψιθύρισε το Δέντρο και σιώπησαν και οι δυο.
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008
Χαρουμενα Φαντασματα

Τωρα τελευταια η συντροφια μου έρχεται βραδυα που βρεχει. Λες και περιμενουν ποτε θα πιασει βροχη για να εμφανιστουν.
Χθες ειχαν μια πολυ παιχνιδιαρικη διαθεση. Τα εβλεπα να στροβιλιζονται και να χορευουν στον χωρο. Πρωτη φορα ενιωθα τοση χαρα στην αυρα τους!!! Τοσο πολυ που χαμογελουσα κι εγω, χωρις καν να ξερω τι ηταν αυτο το τοσο καλο που ειχε συμβει και τους ειχε δωσει τοση χαρα.
-Μας θυμαται, Δεν μας ξεχασε!!! ΜΑΣ ΘΥΜΑΤΑΙ
Πεταχτηκα απο την θεση μου. Η φωνη τους μεσα στο μυαλο μου ηχησε σαν καμπανα.
-Ειχες δικιο, μας θυμαται!!!!
Συνεχισαν να φωναζουν ευτυχισμενα!
-Το κοριτσακι εννοειτε?
-ΝΑΙ. Ξαναφωναξαν ακομα πιο δυνατα!
-Και πως το ξερετε εσεις αυτο?
Επιτελους καθησαν η καλυτερα αιωρηθηκαν σε μια μερια κι εγω βολευτηκα στον καναπε μου περιμενοντας να ακουσω πως εμαθαν κατι τετοιο
-Προχθες ενα φαντασμα απο τον κοσμο μας, ειχε ζησει καποτε στο σπιτι που ζει σημερα το κοριτσακι, και καμια φορα περναει απο εκει γιατι εκεινο το σπιτι το ειχε αγαπησει πολυ και του λειπει καμια φορα.
-Οπως ερχεστε εσεις εδω? Βρηκα την ευκαιρια να ρωτησω, αλλα η απορια μου επεσε στο κενο. Σαν να μην με ακουσαν
-Πηγε λοιπον στο σπιτι, και ακουσε τους γονεις της μικρης να συζητανε σχετικα με το τι πρεπει να κανουν με την κορη τους. Απο τοτε που εφτασε στο χειλος του θανατου και γυρισε πισω, μιλουσε συνεχεια με ενθουσιασμο για δυο πλασματα που γνωρισε και την εκαναν βολτα, και το σκυλι τους αιωρουταν χαρουμενο απο πανω τους κουνοντας την ουριτσα του και διαφορα αλλα τετοια. Η μαμα της ελεγε να την πανε σε παιδοψυχολογο, ο μπαμπας διαφωνουσε και ελεγε οτι απλα ηθελε να τραβηξει την προσοχη τους Τελικα πηγε στο δωματιο της μικρης και ειδε ομορφο κοριτσακι με μακρια μαλλακια πιασμενα σε πλεξουδα. Μιλουσε στο αρκουδακι της ψυθιριστα. Την ακουσε να λεει ξανα και ξανα οτι ηθελε πολυ να ξανασυναντησει αυτα τα δυο πλασματα που ειχε δει τοτε που "επεσε σε πολυ βαθυ υπνο" οπως το ειχε πει ο γιατρος. Και οτι οταν μεγαλωσει ηθελε ενα σκυλακι σαν το δικο τους. Χαιδεψε προσεκτικα τα μαλλακια της μικρης και εφυγε συγκινημενο γιατι ειχε ακουσει καποιον να μιλαει για 3 φαντασματα τρυφερα, και χωρις τρομακτικες ιστοριες.
-Ετσι μας διηγηθηκε το αλλο φαντασμα και απο εκεινη την στιγμη πεταμε απο την χαρα μας! Συμπληρωσε το δευτερο φαντασμα.
Περιμεναν φαινεται να απαντησω, εμενα ομως με ειχε παρει ο υπνος χαρουμενη που η μικρουλα απεδειξε στα φαντασματα οτι δεν τα βλεπουν ολοι με τον ιδιο τροπο.
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008
Πτωση

εφτασα παραπατωντας
Ποσο θα παρει μεχρι
να πεσω μεσα της?
Μπορεσε ποτε κανεις να αποφυγει
την βουτια στο υπουλο στομα της?
Υπαρχει καποια διεξοδος?
Καποιο κλαδι σωτηριας να πιαστεις?
Παλεψε ποτε κανεις? Προσπαθησε?
Πλησιασα... Εφτασα στην ακρη...
Αντιστεκομαι
Προσπαθω
Παλευω
Αδικα....
ΠΕΦΤΩ
ΒΟΗΘΕΙΑ!!!!!









