Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Η Ευτυχισμένη πόλη




-->
Ήταν καποτε μια πολη ευτυχισμενη. Γέλια ακουγοντουσαν καθημερινα από κάθε γωνια της. Μόνο χαρουμενες κουβεντες ακουγες στην αγορα, στα σπίτια και στους δρομους. Είχαν ξεχάσει από χρόνια τι θα πεί καβγας, φωνες, αδικια. Έτσι οι αρχοντες της πόλης αποφάσισαν να χτίσουν τείχη ψηλά γύρω από την πολη τους για να την προστατεψουν από την εισβολη ξένων που θα χαλαγαν την όμορφα δομημένη ευτυχια τους. Όλος ο λαός συμφωνησε ενθουσιασμενος και με μεγάλη προθυμια βοηθησαν ολοι, άντρες γυναίκες και παιδιά, νεοι και γέροι, ολοι μαζί να φτιαξουν τα τειχη τους. Η τοποθέτηση του θεμελιου λίθου, που έγινε όπως όριζαν αιώνες τώρα τα εθιμα τους, ήταν μέρα γιορτης και γλεντιου. Η δε ολοκληρωση του έργου ήταν μια τριημερη αργια για όλους και την τριτη μέρα που κλειδωθηκε η βαρια πόρτα από τον Μεγα Αρχοντα της, έγινε μια τελετη υπερλαμπρη και με πολλά κιλα βεγγαλικων και πυροτεχνηματων. Εκείνο το βράδυ ολοι κοιμηθηκαν ακόμα πιο ευτυχισμενοι και ευχαριστημενοι, σίγουροι πια ότι η ευτυχια τους φυλασσοταν καλά.

Τα νέα για την ευτυχισμενη πολη άρχισαν να διαδιδονται με γρήγορους ρυθμους και κόσμος πολυς άρχισε να μαζευεται έξω από τα τειχη, άλλοι από περιεργεια και άλλοι με την επλιδα και μπορεσουν να κατοικησουν εκεί και να βρουν την χαμενη τους ευτυχια και γαλήνη. Ήταν τοσος ο κόσμος που είχε μαζευτεί που οι αρχοντες αποφάσισαν να φτιαξουν μια επιτροπη ειδικων ειδική να κρινει ποιος μπορούσε και είχε τα κριτηρια για να κατοικησει κοντά τους. Εφτιαξαν έξω από τα τειχη ένα μικρό χωρο οπου η επιτροπη έκανε την αξιολογιστη της. Ήταν όμως τόσο αυστηροι, με εντολη βέβαια του Μεγα Αρχοντα που ελαχιστοι κατάφεραν να πάρουν την πολυποθητη αδεια. Οι περισσότεροι εφυγαν απογοητευμενοι και με δάκρυα στα μάτια.

Η διαδικασία είχε ολοκληρωθει και η επιτροπη έκλεισε οριστικα πίσω της την πόρτα της ευτυχιας αφήνοντας έξω μεγαλύτερη δυστυχια από ότι υπήρχε πριν ανοίξει εκείνο το μικρό παράθυρο επλιδας. Εκείνοι που εχασαν κάθε σταγονα ελπιδας μαζεψαν τα πράγματα τους και εφυγαν αργά κοιτώντας συνεχως πίσω τους εκεινους που διατηρησαν κάποια από θεματα ελπιδας και περίμεναν ένα θαυμα, να ξανανοιξουν οι πόρτες και να τους δεχτουν. Όσο όμως περνούσε ο καιρος και η πόρτα παρεμενε σφαλισμενη τόσο ο πόνος και τα δάκρυα έξω από την πολη πληθαιναν. Οι δυστυχισμενοι άνθρωποι κατέλησαν σκιες των εαυτων τους που εκλαιγαν βουβα έξω από την πόρτα της ευτυχιας, ενώ οι κατοικοι από μέσα αγνοουσαν ή είχαν ξεχάσει τον πόνο του έξω κοσμου. Μόνο που με τον καιρό και τα τοσα δάκρυα που εχυναν καθημερινα οσοι ήταν απ’ έξω η πόρτα άρχισε να σαπιζει και ένα ξημερωμα κατερευσε λες και ήταν από αμμο και την φυσιξε αερας. Ούτε το ακαρδο ξύλο δεν άντεξε τον τόσο πόνο και επεσε. Το κυμα του πονου και της δυστυχιας που κατεκλυσε σαν σιφουνας και το τελευταίο σοκακι της πόλης αφησε αφωνους τους κατοικους. Και τους πλημμυρισε με τόσο πόνο που η ευτυχια χάθηκε μια για πάντα από την ζωή και την καρδιά τους. Τα τειχη δεν ξαναφτιαχτηκαν ποτέ. Η πολη έγινε μια πολη σαν όλες της άλλες. Με χαρες και λυπες, καλες και κακιες στιγμές, γέλια και δάκρυα. Και ο θρυλος της ευτυχισμενης πόλης έγινε με τα χρόνια παραμυθι στα στοματα των παππουδων και των γιαγιαδων που το διηγιοντουσαν στα εγγονια τους…..

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Μια Σκιά διηγείται πως έφτασε στο Δάσος Της Νεκρής Ελπίδας


Η Σκιά κούρνιασε στην ρίζα του δέντρου. Χάιδεψε τον μισοξεραμένο κορμό του και από μέσα της ευχόταν να μην χαθεί και η άλλη Σκιά και να καταφέρει να βρει νερό.
-Πως σε λένε?? Ρώτησε με ένα ξέποο ψιθύρισμα το Δέντρο.
Η σκιά ξαφνιάστηκε. Όνομα? Τι όνομα? Έχω όνομα? Αναρωτήθηκε σιωπηλά. Έκανε να απαντήσει αλλά κόμπιασε.

-Δεν θυμάσαι το όνομα σου? Ξαναρώτησε.

-Δεν έχω όνομα. Απάντησε μετά από αρκετές στιγμές σιωπής. Είμαι Σκιά. Δεν έχω όνομα είπε μιλώντας φωναχτά πιο πολύ για να το ακούσει η ιδία μήπως και κατάφερνε να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Μια σκιά χωρίς όνομα, χωρίς αναμνήσεις, χωρίς παρελθόν, και το μόνο σίγουρο από ότι φαινόταν χωρίς μέλλον.
-Αυτό είναι τελικά ο θάνατος? Ρώτησε πάλι δυνατά τον εαυτό της. Το Δέντρο ανατρίχιασε στο άκουσμα της λέξης αλλά δεν μίλησε. Φοβόταν κι εκείνο το τέλος που του επιφυλλασε η μοίρα του.
-Πως βρέθηκες εδω? Ξαναμίλησε τελικά μην αντέχοντας άλλο την σιωπή και το εφιαλτικό κλάμα που ένας θεός μόνο ήξερε από πόσο μακριά η κοντά έφερνε ο αέρας. Μίλησε μου σε παρακαλώ. Το κλάμα αυτό με τρελαίνει και με γεμίζει φόβο. Πες μου την ιστορία σου. Όσο θλιβερή και να είναι, την προτιμώ από την σιωπή. Πως έφτασες εδώ?
-Δεν θυμάμαι πολλά. Ένα άσπρο κτίριο γεμάτο δωμάτια σαν τεράστια κουτιά και στην πρόσοψη είχαν τεράστιες τζαμαρίες.
-Σαν εμπορικό κέντρο.
-Σαν τι? Ξαφνιάστηκε η Σκιά

-Εμπορικό κέντρο άκουσα κάποτε να μιλάνε γι αυτό. Συνέχισε.
-Σκάλες. Σκάλες παντού ένωναν τους ορόφους. Σαν να μην είχαν αρχή και τέλος. Μην ξέροντας τι άλλο να κάνω άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά. Τίποτα Σκάλες και δωμάτια-κουτιά. Άρχισα να τρέχω, λες και αν έτρεχα θα έφτανα πιο γρήγορα στο τέλος τους. Έτρεξα μέχρι που μου κόπηκε η ανάσα. Και τότε μόνο πρόσεξα ότι δωμάτια κουτιά δεν υπήρχαν πουθενά. Μόνο μια τεράστια σκάλα. Ξέρεις εκείνες που είναι γυριστές και σε ζαλίζουν. Από την μια μεριά τοίχος και από την άκρη των σκαλιών έναν ατελείωτο κενό. Πλησίασα αργά στην άκρη του σκαλιού και κοίταξα κάτω. Όσο έπιανε το μάτι λευκά σκαλιά και κενό. Ζαλίστηκα και παραπάτησα. Ίσα που πρόλαβα να πιαστώ από την άκρη. Αλλά δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω. Γλιστρούσαν τα χέρια μου λες και οι Σκάλες ήταν αλοιμενες με λάδι. Άρχισα να καλώ σε βοήθεια μπας και με ακούσει κανείς αλλά μάταια. Η μόνη απάντηση ήταν από την ηχώ μου. Το είχα αποφασίσει. Η θα έκανα την τελευταία μου προσπάθεια να ανεβώ πάλι πάνω η θα άφηνα τελείως το σκαλί και θα έπεφτα στο κενό. Και τελικά τα κατάφερα. Μαζεύτηκα με την πλάτη στον τοίχο αλλά τώρα όλα τα σκαλιά Γλιστρούσαν υπερβολικά και έκαναν το ανέβασμα σχεδόν ακατόρθωτο. Με την πλάτη στον τοίχο άρχισα να προσπαθώ να ανεβώ πάνω. Όμως πάντα γλιστρούσα παραπίσω. Εξαντλήθηκα από κούραση και φόβο μέχρι που σήκωσα τα μάτια να δω αν φτάνω σε καμιά άκρη. Κι όμως σχεδόν είχα φτάσει να βλέπω τα πρώτα δωμάτια-κουτιά. Μερικά σκαλιά με χώριζαν ακόμα. Δεν ξέρεις τι ανακούφιση ένιωσα. Υπέθετα ότι βρισκόμουν στο ισόγειο και αφού ήμουν εκεί τότε θα έπρεπε να υπάρχει και κάποια πόρτα. Άρχισα να ψάχνω κάποια πιθανή έξοδο. Ακόμα και για χαλάσματα στους τοίχους έψαχνα. Τίποτα. Δεν ξέρω πόσες ώρες γύριζα γύρω γύρω. Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι πίσω από μια τζαμαρία δεν είχε τοίχο. Νόμιζα με γελούσαν τα μάτια μου. Τόσο είχα ζαλιστεί βλέποντας πίσω από τις τζαμαρίες. Κι όμως το πίσω μέρος του δωματίου ήταν ανοιχτό. Έσπασα το τζάμι και βρήκα έξω. Επιτέλους φρέσκος αέρας, αλλά και ερημιά παντού. Μουντός καιρός και δυνατός αέρας. Τότε άκουσα και τον απόηχο του θρήνου και ψάχνοντας χάθηκα εδώ. -Τουλάχιστον είχες επιλογές.
-Επιλογές?

-Ναι! Η να χαθείς εκεί μέσα ή να προσπαθήσεις να βγεις έξω. Εγώ εδώ φύτρωσα, εδώ μεγάλωσα, και εδώ θα πεθάνω.
-Δεν θα πεθάνεις Δέντρο. Θα βρεθεί νερό. Ξημερώνει τώρα. Ξεκουράσου. Κράτα δυνάμεις.

-Βολέψου πάνω μου Σκιά. Θα σε προσέχω.
-Καλημέρα Δέντρο.
-Κοιμήσου ήρεμα. Ψιθύρισε το Δέντρο και σιώπησαν και οι δυο.