Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

H Συναντηση Στο Δασος Της Νεκρης Ελπιδας



Βραδιασε ξανα. Τα χαρουμενα τιτιβισματα των πουλιων που ειναν καλυψει ολο το πρωινο τη θρηνο της ψυχης σωπασαν, και η σκια αρχισε σιγα σιγα να εμφανιζεται παλι στην κουφαλα του δεντρου ποτ ειχε αποκοιμηθει το προηγουμενο ξημερωμα. Ξυπνησε ξαφνιασμενη. Ποσο κοιμηθηκε? Ουτε που ηξερε... ξεκουραστη παντως δεν ηταν. Ποση ωρα να περασε αραγε. Πεντε λεπτα? Δεκα? Αγνωστο. Κοιταξε γυρω της. Μονο τ'αστερια αχνοφωτιζαν λιγο το εφιαλτικο δασος της Νεκρης Ελπιδας.

Ξαφνικα κατι κουνηθηκε λιγο παραπερα. Εμεινε ακινητη παρατηρωντας. Μια ακομα Σκια ειχε ξυπνησει και τεντωνοταν.

-Είναι κανείς εκεί? ρωτησε δειλα.

Σιωπη. Μονο μερικα σαπια φυλλα θροισαν και ακουγονταν η ψυχη που δεν σταματουσε τον θρηνο ουτε για μια στιγμη.

-Γεια!! Ξαναφωναξε.
-Γεια!!!! Που εισαι? ηρθε μια ηρεμη απαντηση.
-Εδω. Κοιμηθηκα για λιγο. Δεν ξερω για ποσο. Και ξυπνησα απο τον μονοτονο θρηνο.
-Κι εγω... Ακολουθησε την φωνη μου κι ελα κοντα μου.
-Μιλα μου τοτε...

Η καινουρια σκια αρχισε να σιγοτραγουδαει ενα θλιμενο σκοπο.

-Σε Βρηκα. Η πρωτη Σκια σταθηκε κοντα σε ενα σαπιο δεντρο. Πως Βρεθηκες εδω?
-Ακολουθοντας τον θρηνο.. Εσυ?
-Τι αλλο θυμασαι?
-Θυμαμαι..... Ενα σπιτι.
-Ειχες σπιτι??
-Δεν ξερω αν ηταν δικο μου. Αν ειχα ζησει ποτε εκει.
-Και πως ηταν?
-Μεγαλο. Σκοτεινο. Βαρια επιπλα σκεπασμενα με σεντονια. Στο σαλονι ειχε ενα μεγαλο πιανο με ουρα. Μεγαλους καθρεφτες με ξυλινες κορνιζες. Μια βιβλιοθηκη με αρκετες δεκαδες σκονισμενα βιβλια. Καναπεδες τεραστιοι σκουροχρωμοι φαινοντουσαν μεσα απο σκοροφαγωμενες τρυπες στα σεντονια που τους καλυπταν. Μια ξυλινη στρογγυλη τραπεζαρια με 8 καρεκλες και 2-3 μεγαλες πολυθρονες. Ολα βαλμενα ατακτα στον χωρο. Βαριες κουρτινες απο μωβ βελουδο εμποδιζαν το φως να μπει μεσα. Εκανα πολυ ωρα να συνηθησω το σκοταδι. Η κουζινα αδεια. Αραχνες παντου. Στο νεροχυτη, στις παρατημενες κατσαρολες, παντου σου λεω. Ιστοι εφτιαχναν ενα καλυμα πανω σε ολα τα ραφια. Σπασμενα ντουλαπια, γυαλια... σαν να φυσηξε δυνατος αερας και να ρημαξε τα παντα.
-Φοβηθηκες?
-Οχι, μελαγχολησα απλα. Στα επανω δωματια, που ηταν και οι κρεβατοκαμαρες το ιδιο σκηνικο, ρημαγμενα ολα. Τεραστια σιδερενια κρεβατια με ουρανο. Και σε μια απο τις κρεβατοκαμαρες μια μωρουδιακη κουνια με μερικα σκωροφαγωμενα πανικα κουκλακια μεσα.
-Θλιβερο. Τι εκανες εκει?
-Τιποτα περιφερομουν... Ειχε και υπογειο, αλλα ηταν θεοσκοτεινα.
-Δεν φοβηθηκες?
-Δεν μπορεσα να παω. Ηταν κλειδωμενα.
-Δεν ειχε περιεργεια ομως να πας?
-Οχι το εσωτερικο του σπιτιου μου ειχε φερει ηδη θλιψη, δεν ηθελα να παω εκει κατω ακομα κι αν ειχα το κλειδι η ηταν ξεκλειδωτα.
-Μετα?
-βγηκα εξω, στο σκοταδι. Ειχα ακουσει τον θρηνο απο ωρα και αρχισα να ψαχνω να δω απο που ερχεται. Βγηκα στην αυλη. Μαραμενα και ξεραμενα λουλουδια γυρω γυρω και ενα τεραστιο δεντρο καμμενο ισως απο κεραυνο.
-Θλιβερο.
-Και ετσι βρεθηκα να περιπλανιεμαι σ'αυτο το δασος. Θα προτιμουσα να ειχα μεινει στο θλιβερο εκεινο σπιτι απο το να χαθω σε αυτο το τρομακτικο μερος. Εσυ πως κατεληξες εδω?
-Εχω μπερδευτει. Οσα θυμαμαι ειναι σαν ονειρο. Μπερδεμενο. Δεν μπορω να ξεχωρισω τι ειναι αναμνηση πραγματικη και τι αναμνηση ονειρου.
-Θες να ψαξουμε μαζι για τον θρηνο και να μου πεις?
-Ας ειναι.. Παμε

Οι δυο Σκιες κοιταξαν γυρω τους. Ειχε σηκωσει αερα που παρασερνε ξεραμενα φυλλα και σκονη. Αρχισαν να περπατανε η μια διπλα στην αλλη. Σιωπουσαν προσπαθοντας να εντοπισουν απο που ερχοταν ο θρηνος. Δεν εκλαιγε πια καμια απο τις δυο. Η συντροφια που εκανε η μια στην αλλη ηταν και για τις δυο παρηγορια!!!!!

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Σπασμενος Καθρεφτης


Έσπασε ο καθρέφτης που κρατούσα στα χέρια μου. Έγινε κομμάτια που σκόρπισαν παντού. Γύρω μου, χιλιάδες μικρά κομματάκια, λες και δεν έσπασε ένας μικρός καθρέφτης αλλά κάποιος από εκείνους τους τεράστιους που πιάνουν τοίχο από άκρη σ' άκρη. Δεν μπορώ να κουνηθώ ούτε βήμα Φοβάμαι ότι θα καρπωθούν τα μικρά κομματάκια στα πόδια μου. Κοιτάζω γύρω μου, και ξαφνικά τα μεγαλύτερα κομμάτια του καθρέφτη σαν να ζωντανεύουν. Δείχνουν εικόνες από το παρελθόν μου σαν αποσπάσματα ταινίας. Ψάχνω να βρω τις χαρούμενες στιγμές μου, δεν μπορώ να πω ψέματα είχα μερικές κάποτε, τι έχει καλύψει όμως η πίκρα και ο πόνος. Τι μου συμβαίνει? Γιατί ξεχάστηκαν τα λίγα καλά που είχα, γιατί σβήστηκαν από τα αποσπάσματα της ζωής μου που παίζουν μπροστά μου μέσα από τα σπασμένα κομμάτια? Μήπως δεν υπήρξαν ποτέ? Μήπως τα ονειρεύτηκα? Μήπως..

Πόσες ερωτήσεις θα κάνω ακόμα στο αέρα? Φωνάζω μέχρι που κλείνει η φωνή μου. Δεν μπορεί να τα φαντάστηκα. Δεν γίνεται.

Τελειώνει η παράσταση. Οι φόβοι μου παίρνουν μορφή και ξεπηδάνε μέσα από τα κομμάτια. Είχα τόσους πολλούς φόβους που ούτε εγώ δεν το ήξερα Στροβιλίζονται γύρω μου. Τώρα στριγκλίζουν εκείνες, εγώ έχω χάσει την φωνή μου. Χάνω τις αισθήσεις μου καθώς νιώθω τις παγωμένες του ανάσες....

Και μετά ... τίποτα...


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Παρεες Φαντασματων


Η νύχτες όλο και πιο σκοτεινές! Όλο και πιο μοναχικές. Καμία φορά τα φαντάσματα μου φέρνουν και παρέα. Παρέα που δεν είναι πάντα ευχάριστη, συνήθως είναι τρομακτική. Όπως το φάντασμα του μικρού άγριου σκυλιού που μου έφερε ένα βράδυ το δεύτερο φάντασμα. Ενώ το μικρο φάντασμα του ζώου ήταν ήρεμο στα πόδια του, εκείνο άρχισε να μου λέει πώς το υιοθέτησε!


Γύριζα από μια δουλεία, και το σπίτι μου ήταν δίπλα σε μια καφετέρια ο μόνος δρόμος για να φτάσω από εκεί στο σπίτι μου ήταν να ανέβω μια αρκετά μεγάλη σκάλα. Στο τέλος αυτής της σκάλας και ανάμεσα σ' αυτήν και το σπίτι μου απλώνεται μια μεγάλη τάφρος. Ο μόνος τρόπος να φτάσω στο σπίτι μου είναι να ακροβατήσω πάνω σε ένα τοίχο που ενώνει της δυο πλευρές και έχει πλάτος μόλις 15 εκατοστά και υψος πανω απο 3 μετρα. Τρεμοντας απο τον φοβο μου ξεκιναω να κανω μερικα δειλα βηματα πανω στον τοιχο αλλα φοβαμαι πολυ και δικομαζω να οπισθοχωρησω. Και τοτε βλεπω στην κορυφη της σκαλας ενα αγριο σκυλι το οποιο τρωει κατι που του πεταξε καποιος απο την καφετερια. Φαινεται πολυ αγριο και δεν τολμω να γυρισω πισω. Φωναζω να του ξαναδωσουν κατι να φαει για να μπορεσω να φυγω αλλα κανεις δεν με ακουει. Το αγριεμενο πλασμα αρχιζει να με πλησιαζει. Και παλευοντας να κρατησω την ισσοροπια μου πισωπαταω ολο και πιο πισω. Οσο με πλησιαζει βλεπω οτι ειναι σχεδον μωρο ακομα και προσπαθω να το πιασω. Με δαγωνει δυο φορες στα χερια και εξοργιζομαι. Το αρπαζω απο τα μπροστινα ποδαρακια και εκεινο αρχιζει ξαφνικα να κλαψουριζει, σαν να καταλαβε οτι το παρακανε. Δεν σκεφτομαι τιποτα εκεινη την στιγμη, παρα να το πεταξω με δυναμη στο κενο. Πεφτει και τελικα μετα απο μερικους σπασμους πεθαινει. Ο εκνευρισμος μου ειναι πιο μεγαλος απο τον φοβο μου και τελικα περναω και φτανω στο σπιτι οπου βλεπω το φαντασμα του ζωου να με περιμενει στην πορτα. Κοιταω τα αιματα στο χερι μου απο την προηγουμενη επιθεση του και κανω δυο σταθερα απειλητικα βηματα προς το μερος του. Κατεβαζει το κεφαλι και περιμενει. Αρχιζω να το λυπαμαι. Το πλησιαζω κι εκεινο ακινητο τρεμει. Προσπαθω να το χαιδεψω αλλα το χερι μου περναει μεσα απο το διαφανο σωμα του. Καταλαβαινει οτι δεν θα το πειραξω. Τι παραπανω να του κανω δηλαδη τωρα. Απο τοτε το εχω μαζι μου. Και οταν περασα κι εγω στον δικο του κοσμο παρεμεινε πιστος μου φιλος....

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Η Ιστορια Ενος Φαντασματος



Ενα απο τα φαντασματα που με συντροφευουν τα μοναχικα βραδυα μου, μου ειπε χθες την παρακατω ιστορια και την μεταφερω με τα δικα του λογια:

Ημουν σε ενα αγνωστο μερος το οποιο κατα ενα περιεργο τροπο μου ηταν πολυ γνωστο και οικειο, σαν να εμενα εκει ολη μου την ζωη. Μουντο μερος, συννεφιασμενο μονιμα και στο βαθος του οριζοντα να σκιζουν τον ουρανο αστραπες.Σε μας εφτανε μονο το φως τους και ο αποηχος απο τις βροντες. Στον κεντρικο δρομο της μικρς πολης δεσποζει μια μεγαλη επιβλητικη επαυλη.

Βαρια ξυλινη πορτα με σιδερενιες λεπτομεριες. Μεγαλα παραθυρα που βαριες σκουροχρωμες κουρτινες κρυβουν το εσωτερικο του απο αδιακριτα βλεματα και απο το λιγοστο φως που βλεπει την υπολοιπη πολη. Βρικεται χτισμενη στην μεση ενος καταθλιπτικου κηπου, και ειναι περιφραγμενη με πετρινο τοιχο. Η αυλοπορτα ειναι παντα κλεισμενη με ενα μεγαλο σκουριασμενο λουκετο. Σαν να ειναι ακατοικητο για χρονια. Μονο που ολοι γνωριζουν οτι κατοικειται απο ενα μυστηριο ζευγαρι, το οποιο ομως σπανια βλεπει κανεις.

Μεσα στον κηπο υπαρχουν ανθρωπινα αγαλματα, τοσο ανθρωπινα, που μοιαζουν με βαλσαμωμενους ανθρωπους. Αντρες και γυναικες ντυμενοι με ρουχα δουλειας σαν να φροντιζουν το κηπο. Ειναι απλα σαν παγωμενοι. Ενας αντρας κατω απο ενα δεντρο με ενα σκαλιστιρι στο χερι. πιο διπλα μια κοπελα μπροστα σε μια τριανταφυλλια με μαυρα λουλουδα κραταει ενα ψαλιδι στο χερι σαν να θελει να κοψει τα λουλουδια. Ενας αλλος ανδρας καπου μαζευει φυλλα με μια τσουγκρανα. Και μια ακομα κοπελα μπροστα στο πηγαδι με ενα κουβα μπροστα της. Υπαρχουν αλλα τουλαχιστον 5 τετοια ανθρωπινα αγαλματα.

Ενα πρωι περναω απο εκει και βλεπω το λουκετο της πορτας του κηπου να λειπει και την πορτα μισανοιχτη. Μεσα στον κηπο ο ανθρωποι που βλεπαμε παντα σε ακινησια, τωρα μιλανε μεταξυ τους, δουλευουν και φερονται φυσιολογικα. Πλησιαζω παραξενεμενος και ενας απο τους εργατες ερχεται κοντα και μου λεει: Λειπει ο Κυριος και η Κυρια. Μονο οταν λειπουν Εκεινοι μπορουμε εμεις να κινουμαστε. Και αυτο γινεται σπανια. Παρατηρω οτι μεσα στον κηπο εχει εμφανιστει ενα ακομα κτιριο. Ενας οροφος που στιριζεται πανω σε κολωνες με περιεργα σκαλισματα και μια τεραστια σκαλα που οδηγει στο περιεργο εκεινο δωματιο.

Εκεινη την στιγμη απο την ακρη του δρομου εμφανιζεται ενας ψηλος ανδρας με μακρυα μαλλια και αγελαστο οστεωδες προσωπο. Φοραει μαυρα ρουχα και μια μαυρη καπα. Δυο βηματα παραπισω του τον ακολουθουν αλλοι δυο αντρες, μικροτερου αναστηματος αλλα με τα ιδια σκοτεινα ρουχα. Περνανε απο μπροστα μας χωρις να μας προσεξουν, μπαινουν μεσα στην αυλη και κατευθυνονται και οι τρεις προς το καινουριο κτιριο και ανεβαινουν τα σκαλια. Ο αντρας του κηπου με πληροφορει οτι ο ανθρωπος που ειδαμε ειναι καποιος πολυ σημαντικος. Η παρουσια του μου δημιουργει μια περιεργη ελξη και αυτο με κανει σχεδον υπνωτισμενος να τον ακολουθησω.

Στο τελος της σκαλας βρισκομαι μεσα σε μια μεγαλη στενομακρη αιθουσα, θυμιζει πολυ καθολικη εκκλησια, μονο που δεν εχει ουτε παραθυρα ουτε κανενος ειδους θρησκευτικο αγαλμα. Φωτιζεται ολη απο τεραστιους πολυελαιους, με δεκαδες κερια ο καθενας. Υπαρχουν δυο στηλες με καθισματα που ειναι ολα γεματα με κοσμο ντυμενο στα μαυρα στην μεση ενας διαδρομος στρωμενος με ενα πορφυρο βαρυ χαλι. Στο τελος του διαδρομου υπαρχει ενα ανοιχτο αδειο φερετρο ντυμενο με μωβ βελουδο. Μπροστα απο το φερετρο στεκεται εκεινος ο ανδρας και δεξια και αριστερα κρατοντας κατι που δεν μπορω να διακρινω στεκονται οι δυο ακολουθοι του. Τα κεφαλια των παρεβρισκομενων γυριζουν προς το μερος μου και ο αντρας με κοιταει καταματα και με βαθια και σταθερη φωνη τον ακουω να μου λεει:
Ελα, Σε περιμενουμε

Τοτε μονο καταλαβαινω οτι ολος αυτος ο κοσμος εχει μαζευτει εκει και περιμενει εμενα. Οτι εκεινο το φερετρο προοριζεται για εμενα. Περιμενουν να πεθανω. Ειναι τρομακτικο και αρχιζω να τρεμω. Ο αντρας απλωνει το χερι προς το μερος μου! εν μπορω να κανω τιποτα αλλο παρα να περπατησω πανω στο βαρυ χαλι που πνιγει τα βηματα μου και να παω προς το μερος του. Οι ακολουθοι του με βοηθαν να ξαπλωσω μεσα στο φερετρο και νιωθω το βελουδο του να με αγκαλιαζει. Το σκεπασμα του παρεμενει ανοιχτο και ακουω την βαθεια και επιβλητικη φωνη του να απαγγελει αγνωστες λεξεις. Ετσι απλα, νανουριζομαι και αποκοιμαμαι...

Και μετα το απολυτο κενο...